Εκπαίδευση · Υποστήριξη · Συμβουλευτική

Κάθε άνθρωπος αξίζει να ακούγεται και να προχωρά με τον δικό του τρόπο.

Στέργιος Συρμόγλου — Εκπαιδευτικός, Ειδικός Ψυχοπαιδαγωγός και Οικογενειακός Σύμβουλος στη Θεσσαλονίκη.

Ο Στέργιος Συρμόγλου

Με γνώση, ενσυναίσθηση και σεβασμό.

Θεσσαλονίκη

«Ο στόχος δεν είναι να δώσουμε έτοιμες απαντήσεις, αλλά να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε κάθε άνθρωπος να ανακαλύψει τις δικές του δυνατότητες.»

Μια πορεία αφιερωμένη στον άνθρωπο και την εκπαίδευση.

Γεννήθηκα στη Μηλιά Αριδαίας και σπούδασα παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Από το ίδιο πανεπιστήμιο μετεκπαιδεύτηκα στην Παιδοψυχολογία Παιδιών και Εφήβων – Οικογενειακή Συμβουλευτική, την Ειδική Αγωγή και τη Σχολική Ψυχολογία. Από το ΕΚΠΑ έλαβα μετεκπαίδευση στη Συμβουλευτική Οικογενειών και Θεραπεία Ζεύγους, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις που απέκτησα από το Σεμινάριο Οικογενειακής Συμβουλευτικής του Εκπαιδευτικού Οργανισμού «ΣΥΝΗΧΗΣΕΙΣ». Η επαγγελματική μου διαδρομή με έφερε από την Πάρο στην Κωνσταντινούπολη, όπου υπηρέτησα ως εκπαιδευτικός στην ιστορική Ζάππειο Σχολή, και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη.

Ως εκπαιδευτικός, ειδικός ψυχοπαιδαγωγός και οικογενειακός σύμβουλος, πιστεύω στη δύναμη της σχέσης και της ουσιαστικής ακρόασης. Συνεργάζομαι με παιδιά, εφήβους και οικογένειες, αναζητώντας μαζί τους λύσεις που έχουν νόημα για τη δική τους καθημερινότητα.

ΕκπαιδευτικόςΕιδικός ΨυχοπαιδαγωγόςΟικογενειακός Σύμβουλος

Υπηρεσίες

Μαζί, στο επόμενο βήμα.

Κάθε συνεργασία ξεκινά με μια πρώτη συζήτηση και διαμορφώνεται σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου και της οικογένειας.

01

Ψυχοπαιδαγωγική υποστήριξη

Εξατομικευμένη υποστήριξη παιδιών και εφήβων, με σεβασμό στις ανάγκες, τις δυνατότητες και τον προσωπικό τους ρυθμό.

02

Συμβουλευτική γονέων

Ένας ασφαλής χώρος για να κατανοήσουμε τις δυσκολίες, να ενισχύσουμε την επικοινωνία και να βρούμε εφαρμόσιμες λύσεις.

03

Οικογενειακή συμβουλευτική

Στήριξη της οικογένειας στη διαχείριση αλλαγών, εντάσεων και σύνθετων καθημερινών προκλήσεων.

04

Μαθησιακές δυσκολίες & ειδική αγωγή

Διερεύνηση αναγκών και σχεδιασμός πρακτικών παρεμβάσεων σε συνεργασία με το παιδί, την οικογένεια και το σχολείο.

05

Σχολικός & επαγγελματικός προσανατολισμός

Υποστήριξη εφήβων και νέων ώστε να αναγνωρίσουν ενδιαφέροντα, δεξιότητες και ρεαλιστικές εκπαιδευτικές διαδρομές.

Η προσέγγισή μου

Πρώτα ακούμε.
Μετά κατανοούμε.
Έπειτα σχεδιάζουμε.

01

Γνωριμία

Ακούμε το αίτημα και αποτυπώνουμε μαζί τις ανάγκες και τις προσδοκίες.

02

Κοινός στόχος

Ορίζουμε συγκεκριμένους, ρεαλιστικούς στόχους που συνδέονται με την καθημερινότητα.

03

Σταθερή πορεία

Παρακολουθούμε την πρόοδο και προσαρμόζουμε τη συνεργασία όταν χρειάζεται.

Σκέψεις & υλικό

Θέματα που μας αφορούν.

Σύντομα, κατανοητά και πρακτικά κείμενα για γονείς, εκπαιδευτικούς και νέους.

Μαθησιακές δυσκολίες, στρες απόδοσης και εναντιωματική συμπεριφορά

Μια ψυχοδυναμική και ψυχοπαιδαγωγική προσέγγιση μέσα από τους Winnicott, Fonagy και Gilligan

Περίληψη

Οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες δεν περιορίζονται στις επιδόσεις στην ανάγνωση, στη γραφή ή στα μαθηματικά. Όταν το παιδί εκτίθεται επανειλημμένα σε αξιολογικές απαιτήσεις που δεν αντιστοιχούν στις δυνατότητες και στις διαθέσιμες υποστηρίξεις του, ενδέχεται να αναπτύξει έντονο στρες απόδοσης, αίσθημα ανεπάρκειας και απειλή της αυτοεκτίμησης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποφυγή, η άρνηση συνεργασίας ή η εναντιωματική αντίδραση λειτουργούν ως τρόποι προστασίας από μια δυσβάσταχτη εμπειρία αποτυχίας και ντροπής. Το άρθρο συνθέτει την έννοια του υποστηρικτικού περιβάλλοντος του Winnicott, την ψυχικοποίηση του Fonagy και τη θεωρητική προσέγγιση της ντροπής και της βίας του Gilligan. Η σύνθεση αποτελεί ερμηνευτικό μοντέλο και όχι αποδεδειγμένη αιτιώδη αλυσίδα. Προτείνονται αρχές αξιολόγησης και παρέμβασης που συνδυάζουν στοχευμένη διδασκαλία, συναισθηματική ασφάλεια, αναστοχασμό και σταθερά όρια.

1. Όταν η μαθησιακή δυσκολία γίνεται εμπειρία του εαυτού

Ένα παιδί με δυσλεξία μπορεί να χρειάζεται πολύ περισσότερη προσπάθεια από τους συμμαθητές του για να διαβάσει το ίδιο κείμενο. Η διαφορά δεν αφορά την ευφυΐα ή τη διάθεση να προσπαθήσει. Ωστόσο, ο σχολικός χώρος συχνά μετατρέπει τη δυσκολία σε δημόσια σύγκριση: ανάγνωση δυνατά, χρονικά όρια, ορθογραφικά λάθη, βαθμολογίες και σχόλια. Με την επανάληψη τέτοιων εμπειριών το αρχικό «δυσκολεύομαι να διαβάσω» ενδέχεται να μετατραπεί σε «δεν είμαι ικανός».

Η έρευνα υποστηρίζει την ύπαρξη σχέσης ανάμεσα στις μαθησιακές δυσκολίες και στα εσωτερικευμένα προβλήματα, ιδιαίτερα στο άγχος. Μετα-ανάλυση 34 μελετών για τη χαμηλή αναγνωστική επίδοση βρήκε υψηλότερο επίπεδο συμπτωμάτων άγχους στους αδύναμους αναγνώστες (Francis et al., 2019). Άλλη μετα-ανάλυση 58 μελετών ανέδειξε υψηλότερο μέσο άγχος σε μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες (Nelson & Harwood, 2011). Οι συσχετίσεις δεν συνεπάγονται ότι κάθε μαθητής με δυσκολίες θα εμφανίσει άγχος ή ότι το άγχος εξηγεί την ίδια τη νευροαναπτυξιακή δυσκολία.

2. Το προϋπάρχον και το παραγόμενο στρες απόδοσης

Χρειάζεται διάκριση ανάμεσα σε δύο αλληλεπιδρώντα επίπεδα. Το προϋπάρχον ή υποκείμενο στρες μπορεί να συνδέεται με ιδιοσυγκρασιακή ευαλωτότητα στο άγχος, προηγούμενες εμπειρίες αξιολόγησης, δυσκολίες αυτορρύθμισης, οικογενειακές προσδοκίες ή συνυπάρχουσες καταστάσεις. Το παραγόμενο στρες είναι εκείνο που ενισχύεται από τις επανειλημμένες μαθησιακές αποτυχίες, την αδυναμία ανταπόκρισης σε ακατάλληλα οργανωμένα καθήκοντα, τη σύγκριση και τις εμπειρίες στιγματισμού.

Μαθησιακή δυσκολία → αυξημένη προσπάθεια ή αποτυχία → προσδοκία αρνητικής αξιολόγησης → άγχος και αποφυγή → νέα αρνητική εμπειρία.

Η έκθεση σε επίμονο στρες μπορεί να επιβαρύνει την προσοχή, την ανάκληση και την ευελιξία της σκέψης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το στρες αποτελεί τη μοναδική αιτία των γνωστικών ελλειμμάτων. Ανασκόπηση των μηχανισμών στρες και μαθησιακών δυσκολιών υπογραμμίζει τον πιθανό επιβαρυντικό ρόλο του χρόνιου στρες, αλλά και τα ερευνητικά κενά.

3. Winnicott: το περιβάλλον που αντέχει τη δυσκολία

Η έννοια του holding στον Winnicott αναφέρεται πρωτίστως στη σταθερή, προστατευτική και προσαρμοσμένη φροντίδα μέσα στην οποία οργανώνεται ο πρώιμος εαυτός. Στην ψυχοπαιδαγωγική πράξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί αναλογικά: ο ενήλικος προσφέρει ένα προβλέψιμο πλαίσιο όπου η δυσκολία δεν ισοδυναμεί με απόρριψη και το λάθος δεν απειλεί τη σχέση.

Για τον μαθητή που περιμένει την αποτυχία, το παιδαγωγικό «κράτημα» σημαίνει μικρά επιτεύξιμα βήματα, κατάλληλη προσαρμογή απαιτήσεων, σταθερή συναισθηματική παρουσία και διακριτική αναγνώριση της προσπάθειας. Δεν σημαίνει κατάργηση ορίων ούτε απαλλαγή από κάθε μαθησιακή απαίτηση. Η ιδέα του Winnicott για την αντικοινωνική τάση ως, σε ορισμένες περιπτώσεις, έκφραση ελπίδας για ένα περιβάλλον που θα ανταποκριθεί, προσφέρει μια πιθανή ανάγνωση της εναντίωσης· δεν επιτρέπει όμως να ερμηνεύουμε κάθε αντίσταση ως ασυνείδητο αίτημα φροντίδας.

4. Fonagy: από τη συναισθηματική πλημμύρα στη σκέψη

Η ψυχικοποίηση είναι η ικανότητα να αναγνωρίζουμε τη συμπεριφορά ως συνδεδεμένη με νοητικές καταστάσεις: σκέψεις, προθέσεις, συναισθήματα και επιθυμίες. Όταν ο μαθητής δυσκολεύεται σε μια άσκηση και ο δάσκαλος επιμένει, μπορεί να βιώσει την παρέμβαση ως βοήθεια ή, υπό υψηλή διέγερση, ως ένδειξη ότι τον θεωρούν ανίκανο. Τότε συρρικνώνονται οι εναλλακτικές ερμηνείες και η αντίδραση προηγείται του αναστοχασμού.

Οι Fonagy και Luyten (2018) περιγράφουν πολλαπλές διαδρομές προς τα προβλήματα διαγωγής και υπογραμμίζουν τον ρόλο της προσωρινά ή διαρκώς δυσχερούς ψυχικοποίησης. Σε συνεδρία με μαθητή, η παρέμβαση δεν αρκεί να ζητά «μη θυμώνεις». Χρειάζεται να τον βοηθήσει να ονοματίσει την ένταση, να ξεχωρίσει τη σκέψη από το γεγονός και να εξετάσει εναλλακτικές προθέσεις: «Τι σκέφτηκες όταν σου ζήτησα να ξαναδιαβάσεις; Τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει;». Η διερεύνηση προϋποθέτει ότι το παιδί έχει πρώτα ηρεμήσει αρκετά ώστε να μπορεί να σκεφτεί.

5. Gilligan: η ντροπή ως απειλή της προσωπικής αξίας

Στο έργο του James Gilligan η βιαιότητα εξετάζεται, μεταξύ άλλων, ως πιθανή απάντηση στην αβάσταχτη ντροπή και ταπείνωση. Χωρίς να μεταφέρουμε άκριτα συμπεράσματα από βαριά βίαιη παραβατικότητα στη σχολική εναντίωση, η διάκριση ανάμεσα στη ντροπή («είμαι ανεπαρκής») και στην ενοχή («έκανα λάθος») είναι γόνιμη. Η δεύτερη μπορεί να ανοίγει δρόμο προς την επανόρθωση· η πρώτη μπορεί να ωθεί σε απόσυρση, συγκάλυψη ή αμυντική επίθεση.

Ένα παιδί που αρνείται να διαβάσει μπροστά στην τάξη ίσως δεν απορρίπτει τη μάθηση αλλά την πιθανότητα ενός ακόμη εξευτελισμού. Μια προκλητική φράση («δεν με νοιάζει το μάθημά σου») μπορεί να λειτουργεί ως προστατευτικό περίβλημα απέναντι στην εκτεθειμένη αίσθηση ανεπάρκειας. Πρόκειται για υπόθεση που χρειάζεται εξατομικευμένη διερεύνηση και όχι ερμηνευτικό αυτοματισμό.

6. Πότε η εναντίωση αποτελεί δευτερογενή άμυνα;

Σε ορισμένους μαθητές παρατηρείται η ακολουθία: δυσκολία στο έργο → πρόβλεψη αποτυχίας → σωματική ένταση και ντροπή → αποφυγή, διαπραγμάτευση, θυμός ή άρνηση → πρόσκαιρη ανακούφιση από την απαίτηση. Αν η απομάκρυνση της απαίτησης ακολουθεί συστηματικά την αντίδραση, η αποφυγή μπορεί επιπλέον να ενισχύεται συμπεριφορικά. Έτσι ψυχοδυναμικοί, γνωστικοί και μαθησιακοί μηχανισμοί μπορούν να συνυπάρχουν.

Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούμε την εναντιωματική συμπεριφορά αναγκαίο απότοκο των μαθησιακών δυσκολιών. Παράγοντες όπως η ΔΕΠΥ, η γλωσσική δυσκολία, το άγχος, ο αυτισμός, η διαταραχή ύπνου, οι οικογενειακές συγκρούσεις, οι σχέσεις συνομηλίκων, οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις και άλλες ψυχικές δυσκολίες μπορούν να συνεισφέρουν. Η κλινική αξιολόγηση εξετάζει το πότε, με ποιον, σε ποιο μάθημα και με ποια συνέπεια εμφανίζεται η αντίδραση.

7. Κλινικό παράδειγμα: «Δεν το κάνω!»

Μαθητής της Ε΄ Δημοτικού με επίμονη δυσκολία στην αναγνωστική ευχέρεια διαβάζει αργά και κάνει αρκετές διορθώσεις. Όταν του ζητείται δεύτερη ανάγνωση, λέει δυνατά «βαρέθηκα, δεν το κάνω» και σπρώχνει το φύλλο εργασίας. Ο ενήλικος αντιλαμβάνεται αρχικά την άρνηση ως έλλειψη κινήτρου.

Μια λειτουργική διατύπωση περιλαμβάνει τέσσερις υποθέσεις: (α) η επαναληπτική ανάγνωση είναι πραγματικά κοπιώδης λόγω του ελλείμματος αποκωδικοποίησης· (β) το παιδί προσδοκά ότι θα αποτύχει ξανά· (γ) αντιλαμβάνεται την επανάληψη ως απόδειξη προσωπικής ανικανότητας· (δ) η άρνηση σταματά προσωρινά το απειλητικό έργο. Στο επίπεδο Winnicott ο ειδικός κρατά ασφαλές και σταθερό πλαίσιο. Στο επίπεδο Fonagy διερευνά, μετά τη ρύθμιση της έντασης, τι σκέφτηκε το παιδί. Στο επίπεδο Gilligan αποτρέπει τη δημόσια ταπείνωση και προστατεύει την αξιοπρέπεια, χωρίς να αποσύρει συνολικά τον μαθησιακό στόχο.

«Βλέπω ότι αυτή η άσκηση σε κούρασε και ότι τώρα θυμώνεις. Δεν θα πετάμε τα πράγματα. Θα κάνουμε ένα σύντομο διάλειμμα, θα διαβάσουμε μαζί την πρώτη πρόταση και μετά θα διαλέξεις ποιο μέρος θα προσπαθήσεις μόνος σου».

Ακολουθεί στοχευμένη διδασκαλία, όχι απλή επανάληψη μιας αποτυχημένης διαδικασίας.

8. Αρχές μιας συνδυαστικής ψυχοπαιδαγωγικής παρέμβασης

Α. Αξιολογούμε τη λειτουργία, όχι μόνο τη μορφή της συμπεριφοράς

Καταγράφουμε το μαθησιακό έργο που προηγείται, το επίπεδο δυσκολίας, τις αισθήσεις και τις σκέψεις του παιδιού, τη συμπεριφορά του ενηλίκου και όσα ακολουθούν. Η ίδια άρνηση μπορεί να προκύπτει από κόπωση, φόβο, αίσθημα ταπείνωσης, ακατανόητες οδηγίες ή πραγματική αδυναμία εκτέλεσης.

Β. Μειώνουμε το περιττό αξιολογικό φορτίο

Προσαρμόζουμε διάρκεια, ποσότητα, τρόπο απόκρισης και συνθήκες έκθεσης. Η προσαρμογή δεν μειώνει τη φιλοδοξία της μάθησης· επιτρέπει στον μαθητή να εξασκηθεί στο κατάλληλο επίπεδο δυσκολίας. Χρησιμοποιούμε τεκμηριωμένες διδακτικές πρακτικές ανάλογα με το έλλειμμα, όπως ρητή, συστηματική διδασκαλία αποκωδικοποίησης όπου ενδείκνυται.

Γ. Διδάσκουμε συναισθηματική επίγνωση και ψυχικοποίηση

Εξασκούμε σύντομες ακολουθίες: «Τι έγινε; Τι σκέφτηκα; Τι ένιωσα; Τι χρειάζομαι; Τι άλλο μπορώ να κάνω;». Προσθέτουμε στρατηγικές παύσης και επανεκκίνησης, χωρίς να θεωρούμε ότι η εκπαίδευση εκτελεστικών λειτουργιών υποκαθιστά τη διδασκαλία ανάγνωσης ή τη θεραπεία του άγχους.

Δ. Θέτουμε όρια χωρίς διαπόμπευση

Ξεχωρίζουμε το παιδί από τη συμπεριφορά: «Η δυσκολία σου είναι πραγματική και μπορούμε να δουλέψουμε πάνω της· οι προσβολές δεν είναι αποδεκτές». Ενισχύουμε την επανόρθωση μετά το επεισόδιο αντί να επιδιώκουμε συμμόρφωση μέσα στην κορύφωση της έντασης.

Ε. Συνεργαζόμαστε με οικογένεια και σχολείο

Συμφωνούμε σε κοινή γλώσσα για τις δυσκολίες, σε ρεαλιστικές απαιτήσεις και σε προληπτικές ρυθμίσεις. Η οικογένεια χρειάζεται να ενημερώνεται ότι η επιβάρυνση του παιδιού δεν αποτελεί ένδειξη τεμπελιάς, αλλά ούτε και ότι κάθε δύσκολη συμπεριφορά οφείλεται αποκλειστικά στη μαθησιακή δυσκολία.

9. Τι γνωρίζουμε και τι παραμένει υπόθεση

Υπάρχουν μετα-αναλυτικά δεδομένα ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζουν κατά μέσο όρο περισσότερο άγχος από συνομηλίκους τους. Υπάρχουν επίσης τεκμηριωμένα θεωρητικά και ερευνητικά μοντέλα για τον ρόλο της ψυχικοποίησης στην επιθετική συμπεριφορά. Αντίθετα, η συγκεκριμένη αλληλουχία «μαθησιακή δυσκολία → ντροπή → εναντιωματικότητα» δεν έχει αποδειχθεί ως καθολικός ή μοναδικός αιτιώδης μηχανισμός.

Μια πολύ πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση παρεμβάσεων άγχους σε μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες εντόπισε μόλις οκτώ επιλέξιμες μελέτες και μικτά αποτελέσματα (Chatzoglou et al., 2026). Συνεπώς χρειάζεται συνδυασμός τεκμηριωμένης μαθησιακής παρέμβασης, εξατομικευμένης κλινικής εκτίμησης και αξιολόγησης της πορείας.

Επίλογος

Πίσω από την άρνηση ενός παιδιού να προσπαθήσει ξανά, μπορεί να βρίσκεται κάτι περισσότερο από απροθυμία. Μπορεί να υπάρχει ένας μαθητής που έχει προσπαθήσει πολλές φορές, έχει εκτεθεί στην αποτυχία και προσπαθεί πλέον να προστατεύσει τον εαυτό του από ένα ακόμη πλήγμα.

Ο Winnicott μάς υπενθυμίζει την αναγκαιότητα ενός περιβάλλοντος που αντέχει τη δυσκολία· ο Fonagy τη δυνατότητα να μετατρέπεται η συναισθηματική εμπειρία σε σκέψη· και ο Gilligan τη σημασία της ντροπής και της απειλούμενης αξιοπρέπειας. Η ουσία της ψυχοπαιδαγωγικής παρέμβασης δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στη μάθηση και στη συναισθηματική φροντίδα, αλλά να τις οργανώσουμε μαζί: ώστε το παιδί να αποκτήσει πραγματικές δεξιότητες, να αισθανθεί ασφαλές και να μπορέσει να συνεργαστεί χωρίς να χρειάζεται να αμύνεται απέναντι στην ίδια τη διαδικασία της μάθησης.

Ενδεικτική βιβλιογραφίαChatzoglou, E., Fishstrom, S., McFadden, K., & Vaughn, S. (2026). Systematic Review of Anxiety Interventions for Students With Learning Difficulties: Current Evidence and Research Gaps. DOIFonagy, P., & Luyten, P. (2018). Conduct problems in youth and the RDoC approach: A developmental, evolutionary-based view. Clinical Psychology Review, 64, 57–76. DOIFonagy, P., & Target, M. (1995). Understanding the violent patient: The use of the body and the role of the father. International Journal of Psycho-Analysis, 76, 487–501.Francis, D. A., et al. (2019). The association between poor reading and internalising problems: A systematic review and meta-analysis. Journal of Child Psychology and Psychiatry. PubMedGilligan, J. (1996). Violence: Reflections on a National Epidemic. G. P. Putnam’s Sons.Nelson, J. M., & Harwood, H. (2011). Learning disabilities and anxiety: A meta-analysis. Journal of Learning Disabilities, 44(1), 3–17. DOIWinnicott, D. W. (1965). The Maturational Processes and the Facilitating Environment. Hogarth Press.Winnicott, D. W. (1984). Deprivation and Delinquency. Tavistock Publications.Stress, resilience, and emotional well-being in children and adolescents with specific learning disabilities. (2024). Current Opinion in Behavioral Sciences, 58, 101410. DOI
Στέργιος Συρμόγλου
Εκπαιδευτικός · Ψυχοπαιδαγωγός · Σύμβουλος Οικογένειας

Στρες στα παιδιά και τους εφήβους: τι συμβαίνει στον εγκέφαλο, στη μάθηση και στη συμπεριφορά

Ένα παιδί που θυμώνει εύκολα, ένας έφηβος που αντιδρά έντονα στις παρατηρήσεις των γονιών του, ένας μαθητής που δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί ή αποφεύγει συστηματικά το διάβασμα δεν είναι απαραίτητα αδιάφορος, τεμπέλης ή ανυπάκουος.

Μερικές φορές, πίσω από αυτές τις συμπεριφορές βρίσκεται ένας οργανισμός που προσπαθεί να διαχειριστεί περισσότερο στρες από όσο μπορεί να αντέξει. Για να κατανοήσουμε αυτές τις αντιδράσεις, χρειάζεται να δούμε τι συμβαίνει στον εγκέφαλο και στο σώμα ενός παιδιού όταν βιώνει πίεση, ανασφάλεια ή απειλή.

Ο εγκέφαλος διαθέτει ένα φυσικό σύστημα συναγερμού

Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει έναν εξαιρετικά αποτελεσματικό μηχανισμό αντιμετώπισης κινδύνων: το αυτόνομο ή νευροφυτικό νευρικό σύστημα.

Όταν ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται μια απειλή, ενεργοποιείται το συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Η καρδιά χτυπά γρηγορότερα, οι μύες προετοιμάζονται για δράση και ο οργανισμός κινητοποιεί την απαραίτητη ενέργεια.

Στην αντίδραση αυτή συμμετέχουν ουσίες όπως η αδρεναλίνη και η νοραδρεναλίνη, ενώ μέσω ενός δεύτερου μηχανισμού, του υποθαλαμο-υποφυσιο-επινεφριδιακού άξονα, εκκρίνεται η κορτιζόλη.

Όλες αυτές οι αντιδράσεις είναι φυσιολογικές και απαραίτητες. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν το σύστημα συναγερμού ενεργοποιείται πολύ συχνά ή δυσκολεύεται να επανέλθει σε κατάσταση ηρεμίας.

Όπως εξηγεί ο νευροεπιστήμονας Robert Sapolsky στο βιβλίο του «Γιατί οι ζέβρες δεν παθαίνουν έλκος», ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να κινητοποιήσει μια έντονη αντίδραση στρες ακόμη και απέναντι σε μια σκέψη, μια ανάμνηση ή μια προσδοκία. Ένας έφηβος, για παράδειγμα, μπορεί να βιώνει σωματικά την ένταση μιας σύγκρουσης με τους γονείς του πολλές ώρες πριν αυτή συμβεί.

Τι συμβαίνει όταν το στρες γίνεται χρόνιο;

Στη νευροβιολογία χρησιμοποιείται ο όρος αλλόσταση, που περιγράφει την ικανότητα του οργανισμού να διατηρεί τη λειτουργική του ισορροπία προσαρμόζοντας συνεχώς τις φυσιολογικές του λειτουργίες. Η προσαρμογή αυτή είναι απαραίτητη για την επιβίωση.

Όταν όμως οι στρεσογόνες καταστάσεις επαναλαμβάνονται και ο οργανισμός δεν έχει επαρκείς δυνατότητες ανάκαμψης, μπορεί να δημιουργηθεί αυτό που ονομάζουμε αλλοστατικό φορτίο: η σωρευτική βιολογική επιβάρυνση από τις συνεχείς προσπάθειες προσαρμογής.

Στα παιδιά και στους εφήβους, το παρατεταμένο ή έντονο στρες μπορεί να επηρεάζει τον ύπνο, τη συγκέντρωση, τη μνήμη, τη συναισθηματική ρύθμιση και τις κοινωνικές σχέσεις.

Δεν σημαίνει ότι κάθε δυσκολία ή αγχωτική εμπειρία προκαλεί βλάβη. Αντίθετα, οι διαχειρίσιμες προκλήσεις, όταν συνοδεύονται από σταθερή υποστήριξη, συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ανθεκτικότητας. Ιδιαίτερη επιβάρυνση μπορεί να προκύψει όταν το παιδί αντιμετωπίζει σοβαρές ή παρατεταμένες αντιξοότητες χωρίς επαρκή υποστήριξη από τους ενήλικες.

Γιατί το στρες επηρεάζει τη μάθηση;

Ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όταν αισθάνεται ασφάλεια και όταν βρίσκεται σε κατάσταση έντονης απειλής.

Ο προμετωπιαίος φλοιός, που συμμετέχει στην οργάνωση, στον σχεδιασμό, στην εργαζόμενη μνήμη και στον έλεγχο των παρορμήσεων, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στις επιδράσεις του στρες. Παράλληλα, ο ιππόκαμπος συμμετέχει καθοριστικά στη μάθηση και στη μνήμη, ενώ η αμυγδαλή εμπλέκεται στην επεξεργασία συναισθηματικά σημαντικών ερεθισμάτων και στην ανίχνευση πιθανών απειλών.

Όταν ένας μαθητής βρίσκεται υπό έντονη ψυχολογική πίεση, μπορεί να δυσκολεύεται να συγκρατήσει πληροφορίες, να οργανώσει το διάβασμά του ή να ανακαλέσει όσα γνωρίζει. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες ή δυσκολίες στις εκτελεστικές λειτουργίες.

Ένα παιδί που καταβάλλει ήδη μεγάλη προσπάθεια για να διαβάσει, να γράψει ή να οργανώσει μια εργασία μπορεί να επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο όταν βιώνει συνεχείς επικρίσεις, συγκρίσεις ή φόβο αποτυχίας.

Η δυσκολία του δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά μόνο με περισσότερη πίεση. Χρειάζεται κατάλληλη εκπαιδευτική υποστήριξη, ρεαλιστικούς στόχους και ένα περιβάλλον που ενισχύει την αίσθηση επάρκειας και ασφάλειας.

Όταν το άγχος εμφανίζεται ως θυμός και αντίδραση

Στην εφηβεία, το στρες δεν εκδηλώνεται πάντοτε ως φόβος ή ανησυχία. Μπορεί να εμφανιστεί με ευερεθιστότητα, εκρήξεις θυμού, απόσυρση, έντονη αντιδραστικότητα ή δυσκολία συνεργασίας.

Ένας έφηβος που φωνάζει όταν του ζητούν να διαβάσει μπορεί να βιώνει τη συγκεκριμένη απαίτηση ως μια ακόμη απειλή για την αυτοεκτίμησή του. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιθετική ή εναντιωματική συμπεριφορά οφείλεται στο στρες ούτε ότι πρέπει να γίνεται αποδεκτή χωρίς όρια.

Σημαίνει όμως ότι, πριν επιχειρήσουμε να αλλάξουμε μια συμπεριφορά, είναι χρήσιμο να διερευνήσουμε ποια συναισθηματική ανάγκη, δυσκολία ή εμπειρία μπορεί να συνδέεται μαζί της.

Η κατανόηση μιας συμπεριφοράς δεν σημαίνει δικαιολόγησή της. Είναι συχνά το πρώτο βήμα για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της.

Η οικογένεια ως περιβάλλον συναισθηματικής ρύθμισης

Τα παιδιά δεν μαθαίνουν να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους απομονωμένα. Η ικανότητα αυτορρύθμισης αναπτύσσεται σταδιακά μέσα από τις σχέσεις τους με σημαντικούς ενήλικες.

Ένας γονέας που παραμένει σχετικά ήρεμος, αναγνωρίζει το συναίσθημα του παιδιού και θέτει σταθερά αλλά όχι απειλητικά όρια συμβάλλει στη δημιουργία ενός πιο προβλέψιμου και ασφαλούς περιβάλλοντος.

Από τη συστημική οπτική, οι δυσκολίες δεν εξετάζονται αποκλειστικά ως ατομικά χαρακτηριστικά του παιδιού, αλλά και μέσα στο πλαίσιο των επαναλαμβανόμενων οικογενειακών αλληλεπιδράσεων.

Όταν οι συζητήσεις για το διάβασμα καταλήγουν καθημερινά σε συγκρούσεις, δημιουργείται συχνά ένας φαύλος κύκλος: ο γονέας πιέζει περισσότερο, το παιδί αντιδρά εντονότερα και η αμοιβαία απογοήτευση αυξάνεται.

Η αλλαγή αυτού του κύκλου μπορεί να ξεκινήσει όταν οι ενήλικες μετακινηθούν από τη διαρκή αντιπαράθεση προς τη συνεργασία, τη σαφή οριοθέτηση και τη συναισθηματική σύνδεση.

Πώς μπορούν να βοηθήσουν οι γονείς;

Η υποστήριξη ενός παιδιού που βιώνει στρες δεν απαιτεί περίπλοκες τεχνικές. Συχνά αρχίζει από μικρές, σταθερές αλλαγές στην καθημερινότητα.

  • Πρώτα σύνδεση, μετά καθοδήγηση. Όταν το παιδί βρίσκεται σε έντονη συναισθηματική φόρτιση, οι συνεχείς εξηγήσεις και οι παρατηρήσεις σπάνια βοηθούν. Προηγείται η αποκλιμάκωση και ακολουθεί η συζήτηση.
  • Αναγνώριση χωρίς ακύρωση του συναισθήματος. Αντί για «Δεν υπάρχει λόγος να αγχώνεσαι», μπορούμε να πούμε: «Βλέπω ότι αυτό σε δυσκολεύει. Θέλεις να σκεφτούμε μαζί τι μπορούμε να κάνουμε;».
  • Σταθερότητα και προβλεψιμότητα. Ο επαρκής ύπνος, η σωματική δραστηριότητα, ο ελεύθερος χρόνος και μια ρεαλιστική καθημερινή ρουτίνα μπορούν να ενισχύσουν την προσαρμοστικότητα.
  • Όρια με σεβασμό. Η αποδοχή των συναισθημάτων δεν σημαίνει απουσία ορίων. Το παιδί μπορεί να θυμώνει, αλλά χρειάζεται να μάθει να εκφράζει τον θυμό του χωρίς να προσβάλλει ή να πληγώνει.
  • Ενίσχυση της αυτονομίας. Όταν τα παιδιά συμμετέχουν σε αποφάσεις που τα αφορούν και αποκτούν σταδιακά την ευθύνη διαχειρίσιμων καθηκόντων, ενισχύεται η αίσθηση ελέγχου και προσωπικής επάρκειας.
  • Αναζήτηση βοήθειας όταν χρειάζεται. Όταν οι δυσκολίες επιμένουν, επιδεινώνονται ή επηρεάζουν σημαντικά τη σχολική, οικογενειακή ή κοινωνική ζωή, είναι σημαντική η αξιολόγηση από κατάλληλο επαγγελματία ψυχικής υγείας ή υγείας.

Από τη διαχείριση του στρες στην ανάπτυξη της ανθεκτικότητας

Στόχος της ψυχοπαιδαγωγικής και συμβουλευτικής παρέμβασης δεν είναι να εξαφανίσουμε κάθε δυσκολία από τη ζωή ενός παιδιού.

Είναι να το βοηθήσουμε να αναγνωρίζει όσα αισθάνεται, να αναπτύσσει δεξιότητες αυτορρύθμισης, να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις και να εμπιστεύεται σταδιακά τις δυνατότητές του.

Παράλληλα, χρειάζεται να υποστηρίζουμε τους γονείς ώστε να δημιουργούν σχέσεις στις οποίες συνυπάρχουν η συναισθηματική ασφάλεια, η αποδοχή, η συνέπεια και τα σαφή όρια.

Η σύγχρονη νευροβιολογία μάς υπενθυμίζει κάτι ουσιαστικό: η μάθηση, η συμπεριφορά και η συναισθηματική ανάπτυξη δεν μπορούν να κατανοηθούν ανεξάρτητα από τις σχέσεις και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί.

Ένα παιδί δεν χρειάζεται μια ζωή χωρίς δυσκολίες. Χρειάζεται ανθρώπους που θα το βοηθήσουν να αναπτύξει τις δυνάμεις του, χωρίς να νιώθει μόνο απέναντι στις δυσκολίες του.
Ενδεικτική βιβλιογραφίαSapolsky, R. M. Why Zebras Don’t Get Ulcers. Holt Paperbacks.McEwen, B. S. (1998). Protective and damaging effects of stress mediators. New England Journal of Medicine, 338, 171–179.Center on the Developing Child, Harvard University – A Guide to Toxic StressAmerican Psychological Association – How to Help Children and Teens Manage Their Stress
Στέργιος Συρμόγλου
Εκπαιδευτικός · Ψυχοπαιδαγωγός · Σύμβουλος Οικογένειας

Πώς χτίζεται μια ουσιαστική συνεργασία με επίκεντρο το παιδί

Η σχέση οικογένειας και σχολείου μπορεί να γίνει ένας από τους σημαντικότερους προστατευτικούς παράγοντες στη ζωή ενός παιδιού. Αυτό συμβαίνει όταν οι ενήλικες δεν στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλο, αλλά δίπλα ο ένας στον άλλο, με κοινό σημείο αναφοράς τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού.

Η συνεργασία δεν προϋποθέτει ότι γονείς και εκπαιδευτικοί θα συμφωνούν πάντοτε. Προϋποθέτει, όμως, ότι μπορούν να συζητούν χωρίς κατηγορίες, να ακούνε διαφορετικές οπτικές και να αναζητούν μαζί εφαρμόσιμες λύσεις. Ο γονέας γνωρίζει την ιστορία, τις συνήθειες και τις ευαισθησίες του παιδιού. Ο εκπαιδευτικός παρατηρεί τη μάθηση, τη συμμετοχή και τις σχέσεις του μέσα στην ομάδα. Οι δύο εικόνες συμπληρώνουν η μία την άλλη.

Από την αμοιβαία ανησυχία στον κοινό στόχο

Μια δύσκολη συζήτηση συχνά ξεκινά με φράσεις όπως «δεν προσπαθεί», «δεν συγκεντρώνεται» ή «το σχολείο δεν τον καταλαβαίνει». Τέτοιες γενικές διατυπώσεις εύκολα οδηγούν σε άμυνα. Είναι πιο χρήσιμο να μιλάμε με συγκεκριμένες παρατηρήσεις: πότε εμφανίζεται η δυσκολία, τι έχει ήδη δοκιμαστεί, τι βοηθά και ποια μικρή αλλαγή θα θέλαμε να δούμε.

Ο κοινός στόχος χρειάζεται να είναι σαφής, ρεαλιστικός και παρατηρήσιμος. Για παράδειγμα, αντί για «να γίνει πιο υπεύθυνος», μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι για τις επόμενες δύο εβδομάδες θα σημειώνει τις εργασίες του και θα ολοκληρώνει μία συγκεκριμένη δραστηριότητα με περιορισμένη βοήθεια. Έτσι, όλοι γνωρίζουν τι προσπαθούν να πετύχουν και μπορούν να αξιολογήσουν την πρόοδο χωρίς αόριστες κρίσεις.

Το παιδί ωφελείται περισσότερο όταν αισθάνεται ότι οι σημαντικοί ενήλικες της ζωής του συνεργάζονται και δεν το καλούν να διαλέξει πλευρά.

Η φωνή του παιδιού έχει θέση στη συνεργασία

Η συνεργασία που έχει πραγματικά το παιδί στο επίκεντρο δεν γίνεται μόνο για εκείνο, αλλά και μαζί του, ανάλογα πάντα με την ηλικία και την ωριμότητά του. Χρειάζεται να ακούσουμε τι το δυσκολεύει, τι θεωρεί άδικο, ποια βοήθεια το κάνει να νιώθει ικανό και ποιον στόχο είναι έτοιμο να αναλάβει.

Η συμμετοχή του δεν σημαίνει ότι αποφασίζει μόνο του για όλα. Σημαίνει ότι οι ενήλικες το αντιμετωπίζουν ως ενεργό πρόσωπο, του εξηγούν τις αποφάσεις και του δίνουν χώρο να αναπτύξει σταδιακά ευθύνη και αυτονομία.

Μικρές πρακτικές που κάνουν διαφορά

  • Επικοινωνούμε έγκαιρα και όχι μόνο όταν η δυσκολία έχει ήδη κλιμακωθεί.
  • Ξεκινάμε από τις δυνατότητες και τις προσπάθειες του παιδιού πριν συζητήσουμε όσα χρειάζονται βελτίωση.
  • Περιγράφουμε συμπεριφορές και περιστατικά, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς για τον χαρακτήρα του.
  • Συμφωνούμε σε λίγους, συγκεκριμένους στόχους και σε έναν απλό τρόπο επικοινωνίας.
  • Επανεξετάζουμε το σχέδιο σε καθορισμένο χρόνο και το προσαρμόζουμε όταν δεν λειτουργεί.

Μια ουσιαστική συνεργασία δεν κρίνεται από το αν εξαφανίζονται αμέσως όλες οι δυσκολίες. Κρίνεται από το αν το παιδί νιώθει ότι το βλέπουν, το ακούνε και το υποστηρίζουν με συνέπεια. Όταν οικογένεια και σχολείο λειτουργούν ως ομάδα, δημιουργείται ένα σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να δοκιμάσει, να κάνει λάθη και να προχωρήσει.

Στέργιος Συρμόγλου
Εκπαιδευτικός · Ψυχοπαιδαγωγός · Σύμβουλος Οικογένειας

Ακρόαση, όρια και εμπιστοσύνη στην καθημερινή επικοινωνία

Η επικοινωνία με έναν έφηβο συχνά δοκιμάζει την υπομονή και την ασφάλεια ολόκληρης της οικογένειας. Ο έφηβος ζητά περισσότερη ανεξαρτησία, ενώ οι γονείς εξακολουθούν να έχουν την ευθύνη να τον προστατεύουν. Αν αυτή η φυσιολογική ένταση μετατραπεί σε καθημερινή μάχη, οι δύο πλευρές μπορεί να πάψουν να ακούν και να προσπαθούν κυρίως να επικρατήσουν.

Ακρόαση δεν σημαίνει άμεση συμφωνία

Ουσιαστική ακρόαση σημαίνει ότι προσπαθούμε πρώτα να καταλάβουμε τι βιώνει ο άλλος, πριν διορθώσουμε, συμβουλεύσουμε ή απορρίψουμε όσα λέει. Ένας έφηβος που νιώθει ότι ακούστηκε είναι πιθανότερο να μπορέσει στη συνέχεια να ακούσει και τη θέση του γονέα.

Μερικές φορές βοηθά μια απλή αναδιατύπωση: «Ακούω ότι θύμωσες επειδή ένιωσες πως δεν σε εμπιστεύτηκα». Η φράση αυτή δεν σημαίνει ότι ο γονέας εγκρίνει κάθε αντίδραση. Δείχνει ότι αναγνωρίζει το συναίσθημα που βρίσκεται πίσω από αυτήν.

Τα όρια είναι πιο αποτελεσματικά όταν είναι καθαρά και σταθερά

Τα όρια δεν είναι τιμωρία ούτε απόδειξη ισχύος. Είναι ένας τρόπος να οργανώνεται η οικογενειακή ζωή και να προστατεύεται η ασφάλεια, ο σεβασμός και η ευθύνη. Για να λειτουργήσουν, χρειάζεται να είναι λίγα, κατανοητά, ανάλογα με την ηλικία και όσο γίνεται συμφωνημένα εκ των προτέρων.

Η συνέπεια είναι σημαντικότερη από την αυστηρότητα. Ένα όριο που αλλάζει ανάλογα με τη διάθεση του ενήλικα δημιουργεί σύγχυση και συχνά περισσότερη αντιπαράθεση. Αντίθετα, η ήρεμη επανάληψη της συμφωνίας και μια λογική συνέπεια βοηθούν τον έφηβο να γνωρίζει τι να περιμένει.

Η αποδοχή του συναισθήματος και η οριοθέτηση της συμπεριφοράς μπορούν να συνυπάρχουν: «Καταλαβαίνω ότι θυμώνεις, αλλά δεν δεχόμαστε προσβολές».

Η εμπιστοσύνη δεν χαρίζεται ούτε αφαιρείται ολοκληρωτικά

Η εμπιστοσύνη χτίζεται μέσα από πολλές μικρές εμπειρίες αξιοπιστίας. Οι γονείς μπορούν να δίνουν βαθμιαία περισσότερη ελευθερία, συνδέοντάς την με συγκεκριμένες ευθύνες. Αν μια συμφωνία παραβιαστεί, το ζητούμενο δεν είναι να χαρακτηριστεί ο έφηβος «αναξιόπιστος», αλλά να εξεταστεί τι συνέβη, ποια συνέπεια είναι λογική και πώς μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.

Από τη συστημική οπτική, οι συγκρούσεις συντηρούνται συχνά από έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο: όσο περισσότερο ελέγχει ο γονέας, τόσο περισσότερο αποσύρεται ή αντιδρά ο έφηβος· όσο περισσότερο αντιδρά ο έφηβος, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο έλεγχος. Η αλλαγή ξεκινά όταν κάποιος κάνει ένα διαφορετικό βήμα: χαμηλώνει τον τόνο, διακόπτει προσωρινά μια φορτισμένη συζήτηση ή ζητά να επιστρέψουν στο θέμα όταν όλοι θα μπορούν να ακούσουν.

Μια απλή καθημερινή στάση

  • Επιλέγουμε την κατάλληλη στιγμή και δεν ανοίγουμε δύσκολα θέματα πάνω στην ένταση.
  • Κάνουμε σύντομες, ανοιχτές ερωτήσεις και αφήνουμε χώρο για απάντηση.
  • Αποφεύγουμε ειρωνεία, συγκρίσεις και απόλυτες φράσεις όπως «πάντα» και «ποτέ».
  • Ξεχωρίζουμε το πρόσωπο από τη συμπεριφορά: το παιδί παραμένει αγαπητό ακόμη κι όταν μια πράξη του χρειάζεται όριο.
  • Αναγνωρίζουμε και τη δική μας ευθύνη όταν έχουμε αντιδράσει υπερβολικά. Η συγγνώμη του γονέα δεν μειώνει το κύρος του· διδάσκει υπευθυνότητα.

Ο στόχος δεν είναι μια οικογένεια χωρίς διαφωνίες. Είναι μια οικογένεια στην οποία οι διαφωνίες δεν διαλύουν τη σχέση. Η ακρόαση προσφέρει σύνδεση, τα όρια προσφέρουν ασφάλεια και η εμπιστοσύνη δίνει στον έφηβο τον χώρο να μεγαλώνει χωρίς να αισθάνεται μόνος.

Στέργιος Συρμόγλου
Εκπαιδευτικός · Ψυχοπαιδαγωγός · Σύμβουλος Οικογένειας

Όταν το πρόγραμμα δεν αφήνει χώρο για ανάσα: η εξουθένωση των εφήβων

Η καθημερινότητα πολλών εφήβων στην Ελλάδα μοιάζει με έναν αγώνα χωρίς πραγματικό διάλειμμα. Σχολείο, φροντιστήριο, ξένες γλώσσες, αθλητισμός, μουσική και συνεχής προετοιμασία για την επόμενη αξιολόγηση γεμίζουν σχεδόν κάθε ώρα της ημέρας.

Οι δραστηριότητες μπορούν να προσφέρουν χαρά, δεξιότητες και πολύτιμες εμπειρίες. Όταν όμως προστίθενται η μία πάνω στην άλλη χωρίς ελεύθερο χρόνο, το παιδί μπορεί να αρχίσει να νιώθει ότι οφείλει διαρκώς να αποδίδει. Η κούραση τότε δεν είναι απλώς σωματική. Εκδηλώνεται ως εκνευρισμός, δυσκολία συγκέντρωσης, αναβλητικότητα, πονοκέφαλοι, διαταραχές ύπνου ή απώλεια ενδιαφέροντος ακόμη και για πράγματα που παλαιότερα το ευχαριστούσαν.

Συχνά οι ενήλικες ερμηνεύουμε αυτή την εικόνα ως τεμπελιά ή έλλειψη προσπάθειας. Πίσω της, όμως, μπορεί να βρίσκεται ένας έφηβος που έχει εξαντλήσει τα ψυχικά του αποθέματα και φοβάται ότι, αν σταματήσει, θα απογοητεύσει τους γονείς ή τους καθηγητές του. Χρειάζεται λοιπόν να ρωτήσουμε όχι μόνο «πώς πήγες;», αλλά και «πώς νιώθεις με όλα όσα έχεις να κάνεις;».

Η λύση δεν είναι απαραίτητα να εγκαταλειφθούν όλες οι δραστηριότητες. Είναι να επανεξεταστεί το πρόγραμμα μαζί με τον έφηβο. Να ξεχωρίσουμε τι του δίνει χαρά και νόημα από ό,τι γίνεται μόνο από φόβο ή υποχρέωση. Ο ύπνος, η ξεκούραση, οι φίλοι και ο χρόνος χωρίς συγκεκριμένο στόχο δεν αποτελούν χαμένο χρόνο· είναι βασικές προϋποθέσεις ανάπτυξης και ψυχικής ανθεκτικότητας.

Ένα παιδί δεν χρειάζεται να είναι συνεχώς παραγωγικό για να αξίζει την αποδοχή μας.

Όταν η εξάντληση επιμένει ή συνοδεύεται από έντονο άγχος, απομόνωση και σημαντικές αλλαγές στη διάθεση, είναι χρήσιμο να αναζητηθεί υποστήριξη από ειδικό ψυχικής υγείας. Το σημαντικότερο μήνυμα προς τον έφηβο είναι ότι η υγεία και η σχέση μας μαζί του έχουν μεγαλύτερη αξία από οποιονδήποτε βαθμό ή γεμάτο πρόγραμμα.

Στέργιος Συρμόγλου
Εκπαιδευτικός · Ειδικός Ψυχοπαιδαγωγός · Οικογενειακός Σύμβουλος

Μαθησιακές δυσκολίες: το δικαίωμα του παιδιού να μαθαίνει με τον τρόπο που μπορεί

Οι μαθησιακές δυσκολίες δεν αποτελούν έλλειψη νοημοσύνης, προσπάθειας ή ενδιαφέροντος. Ένα παιδί μπορεί να διαθέτει πολλές ικανότητες και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται επίμονα στην ανάγνωση, τη γραφή, την ορθογραφία ή τα μαθηματικά. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι περισσότερη πίεση, αλλά έγκαιρη κατανόηση και κατάλληλη εκπαιδευτική υποστήριξη.

Το σχολείο έχει καθοριστικό ρόλο. Η διαφοροποίηση της διδασκαλίας, οι σαφείς και μικρές οδηγίες, ο πρόσθετος χρόνος όπου προβλέπεται, η χρήση υποστηρικτικού υλικού και ένας τρόπος αξιολόγησης που λαμβάνει υπόψη τις τεκμηριωμένες ανάγκες μπορούν να επιτρέψουν στο παιδί να δείξει όσα πραγματικά γνωρίζει. Οι προσαρμογές δεν είναι «χάρη» ούτε αθέμιτο πλεονέκτημα· αποσκοπούν στη μείωση των εμποδίων που δεν σχετίζονται με τη γνώση που αξιολογείται.

Ίσες ευκαιρίες δεν σημαίνει να δίνουμε σε όλα τα παιδιά ακριβώς το ίδιο, αλλά ό,τι χρειάζεται το καθένα για να συμμετέχει ουσιαστικά.

Στην Ελλάδα, οι μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες εντάσσονται στο πλαίσιο της ειδικής και ενταξιακής εκπαίδευσης. Τα ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ. έχουν αρμοδιότητα διεπιστημονικής αξιολόγησης, συμβουλευτικής και εισήγησης κατάλληλων μέτρων υποστήριξης. Ανάλογα με την αξιολογική έκθεση και τις ανάγκες του μαθητή, μπορεί να προβλέπονται παιδαγωγικές προσαρμογές, υποστήριξη στο γενικό σχολείο και ειδικός τρόπος εξέτασης όπου ορίζει η νομοθεσία.

Οι γονείς έχουν δικαίωμα να ζητούν ενημέρωση από το σχολείο, να εκθέτουν γραπτώς τις ανησυχίες τους, να αιτούνται αξιολόγηση από τον αρμόδιο δημόσιο φορέα και να συμμετέχουν στη διαδικασία συνεργασίας γύρω από το παιδί. Δικαιούνται να ενημερώνονται για τα συμπεράσματα και τις προτάσεις της αξιολόγησης και, όταν διαφωνούν με την αρμόδια αξιολογική έκθεση, να πληροφορούνται από το ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ. για την προβλεπόμενη διαδικασία επανεξέτασης ή προσφυγής. Οι ακριβείς παροχές δεν είναι ίδιες για κάθε μαθητή· εξαρτώνται από την επίσημη αξιολόγηση, τη βαθμίδα φοίτησης και τις εκάστοτε ισχύουσες ρυθμίσεις.

Παράλληλα, το παιδί έχει δικαίωμα να ακούγεται. Χρειάζεται να γνωρίζει, με λόγια κατάλληλα για την ηλικία του, ότι η δυσκολία του έχει όνομα αλλά δεν καθορίζει την αξία του. Η προστασία από τον στιγματισμό, ο σεβασμός των προσωπικών δεδομένων και η συμμετοχή του στις αποφάσεις που το αφορούν είναι βασικές προϋποθέσεις μιας πραγματικά συμπεριληπτικής εκπαίδευσης.

Για την οικογένεια, η πιο χρήσιμη στάση είναι η σταθερή συνεργασία: επικοινωνία με τον εκπαιδευτικό, καταγραφή των δυσκολιών και των παρεμβάσεων που δοκιμάστηκαν, τήρηση αντιγράφων των αιτήσεων και των αξιολογικών εκθέσεων και κοινός σχεδιασμός ρεαλιστικών στόχων. Όταν σχολείο και οικογένεια λειτουργούν ως ομάδα, το παιδί δεν αισθάνεται ότι αποτελεί το «πρόβλημα», αλλά ότι περιβάλλεται από ένα δίκτυο που το βοηθά να προχωρήσει.

Θεσμικές αναφορέςΥπουργείο Παιδείας – Ειδική και Ενταξιακή ΕκπαίδευσηΝ. 4823/2021 – Πλαίσιο λειτουργίας ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ.Ν. 3699/2008 – Ειδική Αγωγή και ΕκπαίδευσηΤο άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη νομική ή εκπαιδευτική συμβουλή.
Στέργιος Συρμόγλου
Εκπαιδευτικός · Ειδικός Ψυχοπαιδαγωγός · Οικογενειακός Σύμβουλος

Επικοινωνία

Η πρώτη συζήτηση μπορεί να είναι η αρχή μιας ουσιαστικής αλλαγής.

Για πληροφορίες ή για να προγραμματίσουμε μια πρώτη επικοινωνία, μπορείς να μου στείλεις μήνυμα στο .

Στείλτε μήνυμα